Daily Stories

Μαρία Κάλλας: Πώς το ”ασχημόπαπο” μεταμορφώθηκε σε fashion icon!

ο πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας ξύπνησε ευδιάθετη, λίγο πριν τις 12 και κατευθύνθηκε προς το λουτρό, που συνδεόταν με την κρεβατοκάμαρά της, για την πρωινή τουαλέτα της. To προσωπικό του σπιτιού άρχισε να ετοιμάζει τον δίσκο με τον πρωινό της, για να τον πάει στο κρεβάτι της. Βηματίζοντας προς την κρεβατοκάμαρά της, ο μετρ ντ’οτέλ του σπιτιού Ferruccio, άκουσε έναν γδούπο. Μπαίνοντας, βρήκε την Κάλλας, να στηρίζεται στην πόρτα του μπάνιου. Ήταν κατάχλωμη. ”Νιώθω να ζαλίζομαι’, είπε και η οικονόμος της η Bruna, η οποία έτρεξε κοντά της, της σύστησε να ξαπλώσει.

”Εγώ πάντως, άλλο καφέ δεν φτιάχνω αν τον αφήσετε να κρυώσει”, είπε, αστειευόμενος ο Ferruccio και η Κάλλας του απάντησε στο ίδιο πνεύμα, ψευτομαλώνοντάς τον. ”Α, τον ανόητο, εγώ του λέω πως ζαλίζομαι και κείνος αστειεύεται”. Η Bruna την βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της και της χορήγησε λίγες σταγόνες κoραμίνης. Στη συνέχεια, άρχισε να της δίνει με το κουτάλι, λίγο καφέ από το φλυτζάνι που της είχαν ετοιμάσει. Στο μεταξύ, o Ferruccio, προσπαθούσε απεγνωσμένα να καλέσει τον γιατρό της, το τηλέφωνο του οποίου βούιζε συνέχεια. Τελικά, βρήκε κάποιον άλλο, ο οποίος έσπευσε στο σπίτι της Κάλλας, κατά τη 1.15. Αλλά ήταν αργά. Η ντίβα, ήταν κιόλας νεκρή. Aνακοπή καρδιάς. Ήταν σχεδόν 54 ετών.

Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό της, η Kάλλας ‘επιστρέφει’, ξαναζεί.

Η εικόνα λάμπει, ανασυντίθεται, μέσα από διακόσια προσωπικά της αντικείμενα, που εκτίθενται στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, ρούχα, κοσμήματα, αξεσουάρ, επιστολές, φωτογραφίες, αναμνηστικά. Φτηνές αποδείξεις για το ακριβό της πέρασμα από τον κόσμο.

Xρυσή καδένα, δώρο της Μαρίας την οποία ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε διαρκώς περασμένη στο λαιμό του.

Το μενού του πάρτι που παρέθεσε προς τιμήν της η Εlsa Maxwell στο ξενοδοχείο Danielli, στη Βενετία, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1957. Σε εκείνο το πάρτι γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση.Η δερματόδετη παρτιτούρα της Traviata (σ.σ. η Κάλλας συνήθιζε πάντα να δένει τα κείμενα των ρόλων της, με διαφορετικά καλύμματα) με σημειώσεις της πάνω στο λιμπρέτο. Μια δαντέλα-μέρος από το κοστούμι του ίδιου ρόλου. Ένα ποστίς για τα μαλλιά της. Κι άλλα, πιο προσωπικά: η ταυτότητά της, το διαβατήριό της, τα μαλλιά της που χάρισε στον αγαπημένο της μπάτλερ, το πιστοποιητικό θανάτου της.

Το πρώτο της αυτόγραφο που υπέγραψε σε ηλικία 14 ετών μαζί με το τελευταίο της αυτόγραφο που υπέγραψε την παραμονή του θανάτου της. Η ατζέντα της με ιδιόχειρα γραμμένες τις διευθύνσεις και τηλέφωνα όλων των προσωπικοτήτων που σχετιζόταν.

Η ταυτότητα της Κάλλας από το πριγκιπάτο του Μονακό, όπου είχε εγκατασταθεί αρχικά, μετά το διαζύγιό της και την αναχώρηση από την Ιταλία.

Tο πρώτο αυτόγραφο της Κάλλας, στα 14 της. Το αφιερώνει στην πρώτη της δασκάλα τραγουδιού, Μαρία Τριβέλλα.Φωτογραφίες της. Άλλα, μυστικά ”φυλαχτά” του έρωτα, όπως το φλιτζάνι στο οποίο συνήθιζε να πίνει τον καφέ του ο Ωνάσης, μικροαντικείμενα από το ”Χριστίνα”, ασημένιες τσιγαροθήκες και αναπτήρες που αγόραζε, λόγω της δικής του αδυναμίας στο κάπνισμα, μια χρυσή καδένα που του είχε χαρίσει, από την οποία κρεμόταν ένα χρυσό μενταγιόν με την Παναγία κι ένας χρυσός κόφτης πούρων. Και κάτι ακόμα: το ενυπόγραφο μενού του πάρτι που διοργάνωσε η γνωστή Αμερικανίδα κοσμικογράφος Εlsa Maxwell, προς τιμήν της Κάλλας, στο ξενοδοχείο Danielli της Βενετίας, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1957. Η Μαρία το φύλαγε με ιδιαίτερη φροντίδα – σε κείνο το πάρτι είχε γνωρίσει τον Αρίστο.

(Με την Εlsa Maxwell)

Η Μαρία που έγινε Κάλλας

Ο μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων που εκτίθενται, ανήκουν στον συλλέκτη και πιστό θαυμαστή της , Νίκο Χαραλαμπόπουλο. Τα απέκτησε στη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, σε πλειστηριασμούς, δημοπρασίες, αγοράζοντάς τα από τους φίλους, τους συγγενείς, τα μέλη του προσωπικού της.  Αποκαλύπτουν μια γυναίκα κοκέτα, με υψηλή αισθητική, που αγαπούσε τα χρώματα και εκφραζόταν με απλότητα, αλλά και δραματική ένταση. Κυρίως, όμως –κι αυτό είναι σημαντικό– είναι μια ανατομία του ”φαινομένου Κάλλας”, αφού, ”περιγράφουν” τον τρόπο που η Μαρία σχεδόν επινόησε την περσόνα της la divina Kallas. Με ευφυΐα, πείσμα, μέθοδο, επιμονή.  Αλλάζοντας θεαματικά την εικόνα της, κρύβοντας τις ατέλειες, υιοθετώντας το στιλ που θα υπηρετούσε τον μύθο της.

”Είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις τα πόδια της Κάλλας από τα πόδια του ελέφαντα” είχε σχολιάσει ένας κριτικός στα πρώτα βήματα της καριέρας της στη Βερόνα, μετά από μια παράσταση της ”Αΐντα”. Η σοπράνο, ήδη παντρεμένη με τον ισχυρό βιομήχανο Giovanni Batista Meneghini, όταν διάβασε αυτή την κριτική, έκλαψε. Τότε, πήρε την απόφαση να αλλάξει. Ξεκίνησε αυστηρή δίαιτα και γυμναστική. Μέσα σε έναν χρόνο έχασε 36 κιλά. Τα πόδια της λέπτυναν, το ίδιο και τα χέρια, η μέση, τα δάχτυλά της. Συνέχιζε όμως να ντύνεται άθλια. Ο δαιμόνιος Meneghini, o σύζυγος, ο μάνατζερ, ο μέντοράς της, απευθύνθηκε στην μεγαλύτερη σχεδιάστρια της Ιταλίας, την ”Βiki” (αλλιώς Elvira Leonardi Bouyeure, μια χαρισματική εγγονή του Puccini) και της ζήτησε να ”αναλάβει” τη Μαρία.

(Με τον Giovanni Batista Meneghini)

Η Biki είχε συναντήσει την Μaria το 1951, σε μια δεξίωση και η πρώτη εντύπωση της ήταν βαθιά απογοητευτική. Σχεδόν τρομακτική. ”Πάνω στη σκηνή, όταν την είχα δει, ήταν μαγική. Στη δεξίωση όμως που ακολούθησε, στη Βερόνα, η εικόνα της σοπράνο ήταν τραγική. Φορούσε κάτι πλαστικά σκουλαρίκια κι ένα τεράστιο μαύρο βελούδινο καπέλο που δεν το έβγαλε από το κεφάλι της καμία στιγμή. Φορούσε επίσης μια ζακέτα που δεν έκλεινε στο στήθος της. Για το πουκάμισο καλύτερα να μη μιλήσω. Η δε φούστα δεν έφτανε να καλύψει τα πόδια της, που ήταν παχουλά. Πολύ παχουλά. Δράμα. Και τα παπούτσια, εντελώς άκομψα, έκαναν όλο το σύνολο ακόμα χειρότερο. Αν εκείνη τη βραδιά μου έλεγαν να ντύσω αυτή τη γυναίκα, θα πάθαινα παράκρουση”.

Μοιραία, όταν άκουσε την πρότασή του Meneghini, η Biki απάντησε πως δεν είχε κανένα νόημα να ντύσει την Κάλλας, αν εκείνη δεν αδυνάτιζε. ”Κάνει ήδη προσπάθεια και έχει χάσει κάποια κιλά”, ήταν η απάντησή του.

Όταν, τελικά η Biki ανέλαβε τη Μαρία, αποφάσισε πως στη σοπράνο ταίριαζε ένα στιλ grandioso: μεγαλοπρεπή βελούδα, αέρινες οργάντζες, γούνες, λεοπάρ, γούνες, καπέλα και τουρμπάνια, πλούσιες φούστες, μακριά μαντό, γάντια, πέρλες, μεγάλα, statement κοσμήματα. Απλές γραμμές, έντονα χρώματα, που τόνιζαν τη θεατράλε παρουσία της. Ακόμα και όταν η Μαρία μετακόμισε στο Παρίσι και ”ανακάλυψε” τους Γάλλους σχεδιαστές, (τον Yves Saint Laurent, τον Dior, τον Βalmain, τη Chanel), η Biki και ο γαμπρός της, Αlain Reynaud, συνέχισαν να σχεδιάζουν για κείνη, ρούχα ”ειδικά” κοστούμια, τουαλέτες για τα κονσέρτα της, ή για τα κοσμικά πάρτι.

Με την βοήθειά τους, η Kάλλας ανανέωσε τη γκαρνταρόμπα της εκ βάθρων. Περισσότερο από 200 φορέματα, 150 ζευγάρια παπούτσια, 300 καπέλα, ζώνες, αμέτρητα αξεσουάρ.

Τα περισσότερα, η Μαρία τα φορούσε 2-3 φορές (σ.σ. ξέρουμε ακριβώς πότε και πού, λόγω της παράξενης συνήθειάς της να σημειώνει μεθοδικά, σε ποια περίσταση είχε φορέσει τις τουαλέτες της και ποιοί άλλοι ήταν παρόντες) και μετά τα δώριζε στις υπηρέτριες και τις βοηθούς της. Όποτε η ντίβα έπρεπε να ταξιδέψει στο εξωτερικό, η Biki εφάρμοζε ένα απλό, ιδιοφυές ”κόλπο”: καρφίτσωνε σε όλα τα ρούχα της Μαρίας από ένα νούμερο που έδειχνε τους σωστούς συνδυασμούς, μαζί με λεπτομερείς σημειώσεις, για τα κατάλληλα αξεσουάρ. Έτσι την προστάτευε από ένα fashion fail, που θα μπορούσε να της προκαλέσει αμηχανία. ”Η Μαρία ανακουφίστηκε”, θα δήλωνε αργότερα η σχεδιάστρια.

Δύο μόνο άνθρωποι ντύνονταν τότε με αυτόν τον τρόπο η Κάλλας και ο καρδινάλιος του Μιλάνου, Μοντίνι, ο οποίος έμελλε να γίνει ο Πάπας Παύλος Στ’.

Πηγή
loading...